ἑνδεκάμηνος

ἑνδεκᾰ-μηνος, ον,
A of eleven months, Hp.Oct.13, Arist.Fr. 283.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ενδεκάμηνος — η, ο (AM ἑνδεκάμηνος, ον) (για νεογνά ζώων) αυτός που γεννιέται μετά από κύηση ένδεκα μηνών νεοελλ. 1. αυτός που έχει ηλικία ένδεκα μηνών («ενδεκάμηνο βρέφος») 2. αυτός που διαρκεί ένδεκα μήνες («ενδεκάμηνη προθεσμία») 3. αυτός που χορηγείται για …   Dictionary of Greek

  • ἑνδεκάμηνον — ἑνδεκάμηνος of eleven months masc/fem acc sg ἑνδεκάμηνος of eleven months neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνδεκάμηνοι — ἑνδεκάμηνος of eleven months masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήνας — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ο Αιγύπτιος (Αίγυπτος 266 – Κοτύαιο 296). Γεννήθηκε από γονείς ειδωλολάτρες. Αρχικά υπηρέτησε ως στρατιώτης στα Ρουτιλιακά Νούμερα της Φρυγίας, νωρίς όμως εγκατέλειψε τον στρατό και αποσύρθηκε σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.